σκευοφύλακας

σκευοφύλακας
[-αξ (-ακος)] ο церк, ризничий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "σκευοφύλακας" в других словарях:

  • σκευοφύλακας — ο / σκευοφύλαξ, ακος, ΝΜΑ αυτός που φυλάγει σκεύη, τις αποσκευές, αποθηκάριος νεοελλ. μσν. 1. εκκλ. αξιωματούχος τής Εκκλησίας με ειδική αποστολή του τη φύλαξη και επιμέλεια τών ιερών σκευών τού σκευοφυλακίου, αλλ. κειμηλιοφύλακας ή κειμηλιάρχης… …   Dictionary of Greek

  • Γεώργιος — I (275 – 305 μ.Χ.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, γνωστός ως Τροπαιοφόρος και Θαυματουργός. Πληροφορίες για τη ζωή του περιέχουν τα Συναξάρια. Γεννήθηκε από εύπορους χριστιανούς γονείς και διέθετε πολλά φυσικά και πνευματικά χαρίσματα.… …   Dictionary of Greek

  • άνθιμος — I (Διονύσιος Ρούσσος, Σαλμώνη Ηλείας 1934 –). Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως. Σπούδασε στη φιλοσοφική και στη θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1964 και πρεσβύτερος το 1965. Υπηρέτησε ως φιλόλογος καθηγητής σε… …   Dictionary of Greek

  • βηματάρης — ο [βήμα] 1. σκευοφύλακας μοναστηριού 2. ο μοναχός που χτυπάει το σήμαντρο 3. ο μοναχός που έχει τα κλειδιά της λειψανοθήκης …   Dictionary of Greek

  • παντεχνής — Επώνυμο βυζαντινής οικογένειας. Τα κυριότερα μέλη της ήταν τα εξής: 1. Θεόδωρος. Νομοφύλακας του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, φρόντιζε και για την τροφοδοσία και το προσωπικό των ανακτόρων. 2. Ιωάννης. Μέγας σκευοφύλακας της Εκκλησίας. 3.… …   Dictionary of Greek

  • σκευοφυλακώ — έω, Α [σκευοφύλαξ, ακος] φυλάγω τις αποσκευές, είμαι σκευοφύλακας («περιπέμψαντος ἔξω τῆς φάλαγγος ἱππεῑς τοῑς σκευοφυλακοῡσι προσβαλοῡντας», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • σκευοφύλαξ — ακος, ὁ, ΜΑ βλ. σκευοφύλακας …   Dictionary of Greek

  • σκευωρός — και σκαιωρός, ὁ, Α σκευοφύλακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκεῦος + ωρός (< ὁρῶ*), πρβλ. θυρ ωρός. Η γρφ. σκαιωρός είναι μτγν. και οφείλεται σε παρετυμολογική επίδραση τού σκαιός*] …   Dictionary of Greek

  • φύλακας — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ.), στην πρώην επαρχία Κομοτηνής, του νομού Ροδόπης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Θρυλορίου. * * * ο / φύλαξ ακος, ΝΜΑ αυτός που φυλάγει, που φρουρεί κάτι, που έχει τοποθετηθεί για να προστατεύει κάτι (α. «οι δύο… …   Dictionary of Greek

  • Αναστάσιος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Α. ο μάρτυς. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Οκτωβρίου. 2. Επίσκοπος Ιεροσολύμων. Η μνήμη του τιμάται στις 10 Φεβρουαρίου. 3. Α. ο ιερομάρτυς. Διετέλεσεεπίσκοπος Αντιοχείας και ασκήτεψε στο Σινά. Πέθανε …   Dictionary of Greek

  • Θεόδωρος — I Όνομα ιστορικών προσώπων της αρχαιότητας. 1. Θ. ο Σάμιος (6ος αι. π.Χ.). Γλύπτης και αρχιτέκτονας, γιος του Τηλεκλή. Επινόησε διάφορα όργανα και μαζί με τον Ροίκο επινόησαν την κατασκευή χυτών ορειχάλκινων αγαλμάτων. Έλαβε μέρος στην οικοδόμηση …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»